Η ΕΚΘΕΣΗ

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου ιδρύθηκε το 1908 για να στεγάσει τις πρώτες συλλογές κρητικών αρχαιοτήτων που έκτοτε εμπλουτίστηκαν με ραγδαίο ρυθμό. Το πολιτιστικό του απόθεμα καλύπτει περίοδο επτά χιλιετιών, από τη νεολιθική εποχή (7000 π.Χ.) έως τους ρωμαϊκούς χρόνους (3ος αι. μ.Χ.). Μετά από τις εργασίες ανακαίνισης των τελευταίων χρόνων που ολοκληρώθηκαν το Μάιο του 2014, η έκθεση καταλαμβάνει συνολικά είκοσι επτά αίθουσες. Οι συλλογές παρουσιάζονται πλέον με σύγχρονη μουσειολογική και μουσειογραφική αντίληψη, διαρθρωμένες χρονολογικά και θεματικά και συνοδευόμενες από εποπτικά μέσα και εισαγωγικά κείμενα.

Η περιήγηση της έκθεσης ξεκινά στο ισόγειο με τη μινωική συλλογή (Αίθ. Ι-ΧΙΙ), συνεχίζεται στον όροφο με τις μινωικές τοιχογραφίες (Αίθ. ΧΙΙΙ) και τους ιστορικούς χρόνους (Αίθ. XV-XXII) και ολοκληρώνεται στο ισόγειο με τη συλλογή γλυπτών (Αίθ. XXVI-XXVII). Σε ξεχωριστή ενότητα παρουσιάζονται στον όροφο οι ιδιωτικές συλλογές των Στ. Γιαμαλάκη και Ν.Θ. Μεταξά (Αίθ. ΧΧΙΙΙ), καθώς επίσης και η απήχηση του μινωικού παρελθόντος της Κρήτης στα αρχαία και σύγχρονα χρόνια (Αίθ. XIV, XXV).

Στις δώδεκα αίθουσες του ισογείου τα εκθέματα του λαμπρού μινωικού πολιτισμού, του πρώτου αστικού-ανακτορικού πολιτισμού σε ευρωπαϊκό έδαφος, παρουσιάζονται μέσα από θεματικές ενότητες που αναδεικνύουν τη συγκρότηση των πρώτων κοινοτήτων, την ανάδειξη ηγετικών τάξεων και την παγίωση της ανακτορικής ισχύος και ιεραρχίας, καθώς και τις μινωικές γραφές που αποτέλεσαν τη βάση του διοικητικού συστήματος. Η εξωστρέφεια των παραθαλάσσιων κρητικών κέντρων και η δημιουργία ποντοπόρων πλοίων ευνόησαν τη συμμετοχή σε δίκτυα ανταλλαγών, τις εισαγωγές και τη μεταφορά ιδεών ήδη από την προχωρημένη 3η χιλιετία π.Χ., ενώ εξασφάλισαν στην Κρήτη μια πρωτοπόρα θέση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 16ο και πρώιμο 15ο αι. π.Χ. Η κυριαρχία των θαλασσοδρόμων Μινωιτών στο Αιγαίο που συνδέεται με τους αρχαίους μύθους για τον ημίθεο βασιλιά Μίνωα, μονάρχη του πολυδαίδαλου ανακτόρου της Κνωσού αποτελεί βασικό άξονα της έκθεσης. Παράλληλα, σε ειδικά αφιερωμένες αίθουσες εκτίθενται ευρήματα που σχετίζονται με τις θρησκευτικές τελετουργίες, τα αθλήματα, τις δημόσιες εκδηλώσεις, εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής και τα ταφικά έθιμα.

Η περίφημη μινωική τέχνη αναδεικνύεται μέσα από χιλιάδες εκθέματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι διάσημες Θεές των Όφεων από φαγεντιανή, το λίθινο ρυτό σε σχήμα ταυροκεφαλής, οι τοιχογραφίες του Πρίγκιπα των Κρίνων και των Ταυροκαθαψίων, το χρυσό Κόσμημα των Μελισσών, η Σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας, τα πολύχρωμα καμαραϊκά αγγεία, οι πινακίδες Γραμμικής Β από την Κνωσό, αλλά και ο αινιγματικός ενεπίγραφος Δίσκος της Φαιστού.

Στις αίθουσες του ορόφου που είναι αφιερωμένες στους Ιστορικούς χρόνους παρουσιάζεται η Κρήτη ενταγμένη πλέον στις πολιτισμικές και πολιτικές δομές του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ίδρυση των Κρητικών πόλεων, καθώς και στη λατρεία στα οργανωμένα ιερά. Παράλληλα, τα ταφικά ευρήματα αποκαλύπτουν πεποιθήσεις και πρακτικές που σχετίζονταν με τη μεταθανάτια ζωή, ενώ ευρήματα όπως τα είδη καλλωπισμού, τα ψηφιδωτά και οι επιγραφές δηλώνουν την ευμάρεια και ανακλούν εικόνες της ζωής. Η νομισματοκοπία που αναπτύσσεται σε χωριστή ενότητα πιστοποιεί την ακμή των πόλεων και τη δραστηριοποίηση των Κρητών ως μισθοφόρων στην ανατολική Μεσόγειο.

Οι δύο αίθουσες των γλυπτών στο ισόγειο συνιστούν μια αυτόνομη ενότητα που λειτουργεί ανεξάρτητα από την υπόλοιπη έκθεση ως ένα είδος γλυπτοθήκης. Φιλοξενεί γλυπτά που καλύπτουν την περίοδο από τον 7ο έως τον 3ο αι. μ.Χ. Κυρίαρχη θέση έχουν τα αρχαϊκά γλυπτά που αναδεικνύουν την πρωτοπορία της Κρήτης στη δημιουργία της ελληνικής μνημειακής γλυπτικής, η οποία εμπνέεται από τη δωρική αυστηρότητα. Σειρά πορτραίτων των Ρωμαίων αυτοκρατόρων και ρωμαϊκά αντίγραφα γνωστών αγαλματικών τύπων της κλασικής αρχαιότητας υποδηλώνουν την ακμή του νησιού κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, όταν η Γόρτυνα έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Κρήτης και της Κυρηναϊκής.

Σε ξεχωριστή ενότητα παρουσιάζονται στον όροφο οι ιδιωτικές συλλογές των Στ. Γιαμαλάκη και Ν. Θ. Μεταξά (Αιθ. XXIII), καθώς επίσης η απήχηση του μινωικού παρελθόντος της Κρήτης στα αρχαία και σύγχρονα χρόνια (Αιθ. XIV, XXV).

Στον κήπο του Μουσείου σώζονται τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του ενετικού μοναστηριού του Αγίου Φραγκίσκου που πιστοποιούν την ακμή της πόλης του Ηρακλείου κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.

 

Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού | © Αρχαιολογικό Μουσείο Ηράκλειου